Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

Οσοι έζησαν χρεοκοπία θυμούνται...

Εγώ ξέρω ότι όλος ο κόσμος πασχίζει να μπει στην Ε.Ε. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί κάποιος να θέλει να βγει». Η Μαρία χθες το μεσημέρι πήγε στη θάλασσα. Να ξεσκάσει το παιδί, αλλά και η ίδια: πόσες ειδήσεις να αντέξει ένας άνθρωπος, πόση αγωνία. Με καταγωγή από το Μαυροβούνιο, έχει ήδη την εμπειρία μιας χρεοκοπημένης χώρας, η προοπτική μιας δεύτερης είναι μαύρη σκέψη.

Η κρίση στη Γιουγκοσλαβία είχε ξεκινήσει αρκετά χρόνια πριν από τον πόλεμο του ’91. «Οταν έγινε η χρεοκοπία χάσαμε όλοι τα λεφτά που είχαμε στις τράπεζες. Ημουν τότε 17 χρόνων. Θυμάμαι ο μπαμπάς μου πήγαινε συνέχεια στην τράπεζα και έβγαζε ένα ποσό. Τα λεφτά που μας είχε αφήσει ο παππούς από την Αμερική χάθηκαν όλα». Το δηνάριο έχανε καθημερινά την αξία του. «Στην αρχή είχαμε επιταγές και ψωνίζαμε με αυτές. Αλλά αυτό σταμάτησε γιατί μέχρι να τις
εξαργυρώσουν τα καταστήματα είχαν φτάσει στο ένα τέταρτο του ποσού. Μετά θυμάμαι ότι είχαμε έλλειψη σε βασικά προϊόντα. Στην αρχή δικαιούμασταν τρία γάλατα, μετά από λίγο ένα λίτρο το άτομο. Αναπτύχθηκε πολύ η μαύρη αγορά, αλλάζαμε μάρκα και δολάρια σε δηνάρια και ψωνίζαμε αμέσως γιατί έχαναν την αξία τους σε λίγες ώρες. Σιγά σιγά στα ράφια των καταστημάτων έβρισκες μόνο βούτυρο, γιαούρτι, γάλα. Τα άλλα στη μαύρη».

Στην αγορά εργασίας τα πράγματα εξελίχθηκαν ραγδαία επίσης. Οπως λέει η Μαρία, στην αρχή ξεκίνησαν οι καθυστερήσεις στη μισθοδοσία, μετά άρχισαν οι υποχρεωτικές απλήρωτες άδειες «και μετά τίποτα». «Ολες οι βαριές βιομηχανίες της Γιουγκοσλαβίας έκλεισαν. Μόνο τα αλουμίνια έχουν απομείνει που τα ’χουν πάρει οι Ρώσοι. Η παραγωγή είναι νεκρή». Οι τελευταίες ημέρες έχουν ξυπνήσει αυτές τις μνήμες. «Ετσι ξεκίνησε, με ουρές στα βενζινάδικα, έλλειψη σε βασικά ήδη. Προς τα εκεί πάει, αλλά οι Ελληνες δεν το βλέπουν γιατί δεν έχουν την εμπειρία».

Στις 7 χθες το απόγευμα ο Lisandro Damonte βρισκόταν ήδη στο εστιατόριό του στο λιμάνι της Σύμης, δίνοντας τις τελευταίες οδηγίες στην κουζίνα. Δεν έχει πολύ κόσμο το νησί, λέει. «Περίεργο καλοκαίρι». Ο Lisandro (Λύσσανδρος δηλαδή) είναι Αργεντίνος, αλλά με ελληνικές ρίζες – η προγιαγιά του ήταν Συμιακιά. Το 2007, στα 27 του, άφησε το Μπουένος Αϊρες για μια νέα αρχή στην Ελλάδα. Θυμάται καλά τις ημέρες της χρεοκοπίας στην Αργεντινή. «Κλείσανε οι τράπεζες, μας δώσαν κάτι χαρτιά που τα είπανε λεφτά, αλλά για να τα χρησιμοποιήσεις έπρεπε να τα αλλάξεις με σοβαρά λεφτά. Ηταν δύο χρόνια πολύ δύσκολα». Διώχνει τις σκέψεις γρήγορα: «Αλλο η Ελλάδα» λέει. «Νομίζω ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε, κάτι πρέπει να αλλάξει. Τα πράγματα δεν πάνε καλά, αλλά όχι τώρα. Δεν πάνε καλά εδώ και πέντε χρόνια. Αντί να φτιάξουν την κατάσταση, την έκαναν χειρότερη». Θεωρεί ότι πρέπει να στηρίξουμε την κυβέρνηση, παρά το ρίσκο αλλαγής νομίσματος. «Αυτό που ξέρω είναι ότι αν η δραχμή είναι δέκα προς ένα, εδώ (σ.σ. στο νησί) δεν θα δουλεύουμε είκοσι μέρες, αλλά πέντε μήνες, αφού θα ’μαστε φθηνοί για τους ξένους».

Ο Michael Browniee Walker, μουσικός από τη Ζιμπάμπουε που τα τελευταία χρόνια ζει στην Ελλάδα, δεν τα βλέπει έτσι. Μαζί με την οικογένειά του, το 2008 έζησαν τη χειρότερη φάση της χρεοκοπίας. «Τα ράφια δεν είχαν τίποτα. Εμπαινες στο μαγαζί και είχε μόνο μήλα και κρεμμύδια, άντε και πατάτες. Ολο το σύστημα είχε καταρρεύσει. Τα χειρότερα πέρασαν οι άνθρωποι που δεν είχαν πάει σχολείο, οι ηλικιωμένοι. Δεν καταλάβαιναν το καινούργιο σύστημα. Το νόμισμα άλλαζε συνεχώς αξία και έπρεπε να μάθεις πώς να ξοδεύεις σωστά. Δεν μπορούσες να αφήσεις τα λεφτά στην τράπεζα, τα είχες χάσει σε μια εβδομάδα». Τα εστιατόρια είχαν τις τιμές σε τούβλα, δηλαδή δεσμίδες χαρτονομισμάτων. «Οταν ο Τσίπρας ανακοίνωσε το δημοψήφισμα, λέω στον αδερφό μου "τι κάνουμε;". Μου λέει "να αγοράσουμε μηχάνημα που μετράει χαρτονομίσματα"». Σήμερα ο Michael θα κατέβει στο Καλλιμάρμαρο. «Με τη σημαία της Ζιμπάμπουε».
kathimerini

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου