
Τον αποκαλεί με το επίκτητο αυτό παρατσούκλι. Θέτει θέμα στη Βουλή κατά τη διάρκεια της συζήτησης για τον προϋπολογισμό. Ζητά να μάθει με ειδική ερώτηση προς τον κ. Γιώργο Παπακωνσταντίνου για την έρευνα που έχει διεξαχθεί σχετικά με την υπόθεση των 5,5 εκατομμυρίων ευρώ που ο «κομιστής» προσκόμισε στο υποκατάστημα της γαλλικής τράπεζας «PNB» στο Κολωνάκι. Ζητά να πληροφορηθεί επίσημα και θεσμικά για την πρόοδο των ερευνών σχετικά με τις επιταγές που ο «κομιστής» μετέφερε όταν πιάστηκε από τις γαλλικές αρχές στα σύνορα Γαλλίας και Ελβετίας, στο φυλάκιο του Φερνείγ Βολτέρ.
Είναι η πρώτη φορά που ένας Έλληνας πολιτικός, έστω και εκ των υστέρων, αναφέρεται σε ένα ζήτημα που τέθηκε άμεσα όταν συνέβησαν τα γεγονότα από τον Μάκη Τριανταφυλλόπουλο. Άλλωστε, τότε απεχώρησε για όλους τους προαναφερθέντες λόγους από την εφημερίδα « Το Πρώτο Θέμα».
Όποιος και να είναι ο λόγος ή οι λόγοι που ώθησαν την Ντόρα Μπακογιάννη να επαναφέρει και μάλιστα με επιθετικό τρόπο το ζήτημα του κομιστή στην επικαιρότητα, το ίδιο το κράτος, οι φορείς του, ο ΣΔΟΕ, η κυβέρνηση και το Υπουργείο Οικονομικών οφείλουν να εξηγήσουν με απόλυτα πειστικό τρόπο το τι ακριβώς έχει συμβεί…ή μάλλον το τι δεν έχει συμβεί.
Η πολιτικός έθεσε στη Βουλή ζήτημα διαφάνειας. Έθεσε επίσης ζήτημα ισότιμης αντιμετώπισης των πολιτών εξηγώντας πώς ένας εκδότης απολαμβάνει εντελώς διαφορετικής συμπεριφοράς από τις αρχές από έναν απλό Έλληνα πολίτη. Έθεσε το επίκαιρο ερώτημα για το πώς συμπεριφέρονται οι αρχές απέναντι σε μία καραμπινάτη υπόθεση διακίνησης μαύρου χρήματος. Μίλησε δημόσια και επίσημα για πολιτικός αλισβερίσι μεταξύ ενός εκδότη και μίας κυβέρνησης, αυτής του Κώστα Καραμανλή.
Μέχρι και την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές δεν έχει δοθεί υπεύθυνα μία εξήγηση από τον αρμόδιο υπουργό. Η υπόθεση του «κομιστή» παραμένει στην σφαίρα του ανεξήγητου. Η επιθετικότητα, ωστόσο, με την οποία η Ντόρα Μπακογιάννη έθεσε το ζήτημα προεξοφλεί πως θα υπάρξει συνέχεια.
Εκτός και αν για άλλη μία φορά επιχειρηθεί η διευθέτηση μέσω μία ακόμη πολιτικής «τράμπας».




